ΕΝΑΣ ΣΤΙΧΟΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΓΕΙ

Τάσος Κάρτας, Από μηχανής ΘΕΟΙ λέξεων Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας (επιδείνωση άστατου Ποιήματος)

Ένας Στίχος που είναι να βγει… Επίνειο Νοσταλγίας Μαγικού Ρεαλισμού
(σμήνος μνήμες πουλιών αεί και νυν μέσα στην νοσταλγία)

ΠΑΡΟΔΟΣ
Ένα στίχο παντογνώστη αφηγητή ονειρεύομαι
με εσωτερική εστίαση συν πλην ουσίας

Οι λέξεις μέσα στο ποίημα, εικόνες σκέψεων και συναισθημάτων είναι και οι εικόνες που τις έντυσαν, λαβύρινθος επιθυμίας λέξεων «για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν» ερήμην – στίχοι εικονολάτρες, φωτογραφία λεξιθήρας και η ευπροσήγορη ηχώ της μοναξιάς


Νόστιμον ήμαρ μεταξένιων συνειρμών
στον πηγαιμό για την Κολχίδα της Ποίησης
αίφνης ονειροδίαιτο δυο κατά λέξη δισταγμών
μηδέν εις το πηλίκο υψικαμίνου σώματος
με το στιχοπουκάμισο μυριάδων «μνήσθητι»
σμαράγδι υπονοούμενο είλωτα υπερρεαλισμού

Λαιστρυγόνες κύκλωπες δηλαδή
on line στα έγκατα κτερίσματα της Ρέμβης του P.C. μου
που, βάρδα φουρνέλο, δαγκώνουν τα όνειρα
στις ρώγες μιας λέξης που πάντα ρει…

έτσι αρχίζουν να συμβαίνουν
περίακτοι συμβολισμοί αείφυλλων γυναικών
κι ένας ειρμός Μεσσίας εν ριπή σέπαλου
αίρει μεσίστιες απορίες Χρυσηίδων σιωπής

Μα η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, λέει ο ποιητής,
ένας Φαύλος Κύκλος λόγων
«που πνίγηκαν στο χρυσό πηγάδι της σελήνης»,
εκεί όπου
«φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά
πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα».

Ό,τι κι αν συναντήσεις όμως στην e-ΕΝΔΟΧΩΡΑ μου,
μην πεις ότι η ΕΙΚΟΝΑ σε ξεγέλασε,
πως φταίνε οι λέξεις,
κλεψύδρες σε τόση μελαγχολία…
δίνες επιθυμιών στα έγκατα κτερίσματα της ρέμβης…

Αν πάλι ψάχνεις
«κοράλλια και μαργαριτάρια,
κεχριμπάρια κι έβενους,
κάποιο ξανάσασμα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης»,
ή «ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής»,
πρέπει πρώτα να «κουβανείς μες στην ψυχή σου
«έξι και μια τύψεις για τον ουρανό» κι
 «εφηβεία λέξεων τελευταίου σώματος
με «κατανόηση της ματαιότητος των μεγαλείων».

Τότε η «υπεροψία και η μέθη» δε σε γέλασε.
Ο δούρειος ίππος
για την επιούσιο ομοιοκαταληξία
προπατορικής σταγόνας από μετάξι
δεν είναι αντικατοπτρισμός
και «εύφλεκτοι ορίζοντες σιωπής»,
«ροδόσταμο στη στύση των ονείρων»
θα συνθέτουν
«ένα τοπίο ανοχής στην εύγλωττη μας Κυριακή» ,
αυτό που οι σοφοί το λένε ΠΑΛΙΝΤΟΝΟ ΑΡΜΟΝΙΗ
στων υακίνθων την παντάνασσα σιωπή.

Ω μοναξιά εισχωρείς μέσα στο βράδυ δια πυρός και συμβόλων!
Ω κλητική ονείρωξη υποτελής σε γραμματικές συναισθημάτων
όταν υποφώσκει προπαραλήγουσα μακρά συνωστισμού σιωπής βοώντος

«ΑΦΗΣΕ ΜΕ ΝΑ ’ΡΘΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ»

                   -1η-
Γυναίκα σε στάση φαύλης αναμονής
Όλα ήταν ριγμένα στο μεγάλο πιθάρι της φαντασίας
προθέσεις ερασιτέχνη φωτογράφου
με εσωτερικές διαστάσεις χίλιες και μια νύχτες,
δρομολόγια επιθυμιών αεί και νυν
μ’ επιστροφή από το ζουμ
όπου δαγκώνει τα όνειρα στις ρώγες:
ναύλος για τη λινή κοιτίδα της κυριολεξίας,
επίνειο του τμήματος μεταγωγών των στίχων


κι από την έξω τη μεριά
γυναίκα σε στάση φαύλης αναμονής
άκρατη ποζάρει στη δίνη της παρομοίωσής της
καθώς από το διερχόμενο ανοιχτό παράθυρο
ξεπροβάλλει προσεχώς σαν το κυρίως θέμα
ειδυλλιακό τοπίο νεκρής φύσης,
που με τους σταλακτίτες επικεφαλής
σεληνιάζεται ανερμάτιστα με κιβωτό χρωμάτων
καθώς δυο σύννεφα του χθεσινού λυγμού

λικνίζονται στον ολογάλανο βυθό
της κόρης των ματιών της

                   -2η-
Όνειρα που ονειρεύονται την ηχώ της μοναξιάς τους
το θέμα ήταν η αδημονία των χρωμάτων
εφησυχασμένο ασπρόμαυρο γυμνών κορμιών
οριζοντίως και καθέτως υποψίες μοβ
στιχομυθίες χειλικές μπορντό
που ονειρεύονται την ηχώ της μοναξιάς τους
με υπαινιγμούς της Αλεξάνδρειας που χάνεται

καλός αγωγός γυμνού διλήμματος:
δίχα στεναγμών, περί κάλλους
περίακτοι συμβολισμοί με νήπιους πυρετούς
μέσα συθέμελης ζωής μετείκασμα θνητό
μικρό πράσινο επίνειο επιούσιας ομοιοκαταληξίας
ούρλιαξε σαν έτοιμο από καιρό
της λαγνείας σου τον τελευτώντα ρεμβασμό

κύκνειοι κάλυκες αείφυλλων γυναικών
στα έγκατα κτερίσματα της ρέμβης του PC μου
                       
-3η-
Απλή σκέψη του λέγοντος όνειρα του μη πραγματικού
Ιώ Βάκχε ευοί
σημείο απέραντο δυο κατά λέξη δισταγμών
χαρίζοντας τη λάμψη του τυχαίου «κλικ»
στις λέξεις που έντυσαν κατάσαρκα
είλωτες υπερρεαλισμούς-
απλή σκέψη του λέγοντος όνειρα του μη πραγματικού
ικεσίας στεφάνι σε ποιο βωμό;

ο φακός από μόνος του από μηχανής Ποίημα
αγγίζει υποβολιμαία της φωτοσκίασης το χάζι
καθώς απ’ τα ψηλά τ’ αλώνια διγενών στίχων
γυναίκα ποθεινότερη απ’ τα κρουστά φτερά της
ανασαίνει ριπές μονοσύλλαβης ερημίας


ο φωτογράφος εντωμεταξύ παλίμβουλος
γλιστρά και χάνεται
σε αυτοσχέδιες ζωγραφιές
νερατζούλας φουντωτής:

πλεκτάνη Επιφάνειας Λέξεων στο Ποίημα

                        -4η-
Ισόβιες διαθέσεις με νήπια βήματα δίχως το ποιητικό τους όνομα ακόμα
εφηβείες δαμασκηνιές μες σε χαλκόδετες ορμές
ποτάμια υφιστάμενα στα κόκαλα της μοναξιάς
φόβοι διαπεραστικοί και άναρθροι
δίχως το ποιητικό τους όνομα ακόμα


επιθυμία ασέλωτη φοράδα
θελκτική φυγή προσωπικού μύθου
με ύπουλη αφθονία αναρρίχησης
σμίγουν στον ύπνο και το ξύπνο μου
ισόβιες διαθέσεις με νήπια βήματα
κι η στειρότητα εμβόλιμης βροχής
σαστίζει μπρος στου φακού τα ρυθμικά τα μάγια-


με χρυσή ανταύγεια ονείρου στα μαλλιά
τρέχων λυρισμός κίτρινων συμβολισμών
σε μιαν απαρνημένη γεωγραφία του σώματος
ευκτικές ανδρειωμένης μπόρας

Φόβοι διαπεραστικοί και άναρθροι
με ύπουλη αφθονία αναρρίχησης

                        -5η-
Μια νύχτα το ίδιο περαστικό όνειρο γύρισε στον τόπο της πρώτης λέξης
μόνος έμεινα με το μαχαίρι και τη νύχτα
γύρω από μια σκιά υδροχόου άνοιξης
μέχρι το πετσί της μοναξιάς της κόμοδης
ποια ηδονή του ιμπρεσιονισμού ασπρόμαυρου τοπίου;
σε ποιον ιστό του μέλλοντος σκύβαλο παραλήρημα;
τι με φιλεύει η αναμονή που έχω κλωσήσει;
κεραυνοβόλα σύμπτωση έρωτα και πηλού…


εκ των υστέρων
εισβάλλουνε σε φόντο μπλάβο μυθικό
γαλάζιοι πόθοι με την περαστική ματαιοδοξία τους
πείσματα νηπενθή στη μισάνοιχτη ρέμβη τους,
τελεία και παύλα ευπρεπής-
Αίμονας, Οιδίποδας κι άλλοι μασκοφόροι
 «εὐθύς νέοι ὄντες»,
«παρά γνώμην κινδυνευταί»
τέτοιοι  εμείς γεννηθήκαμε…
 «γένοιτο μεντάν χατέρω καλῶς ἔχον»
δια «ἐλέου καί φόβου» κάθαρση

μόνος έμεινα με το μαχαίρι και τη νύχτα
σκύβαλο παραλήρημα υδροχόου άνοιξης
                        -6η-
Ήρθες σαν μικρή πράσινη καταιγίδα μαινάδα αμέτρητες φορές και ποίημα μία
άνοιξες διάπλατα τα πόδια
κραδαίνοντας τρυφερά ξεσπάσματα λέξεων
μαινάδα αμέτρητες φορές και ποίημα μια
ψύλλος στ’ άχυρα συμφραζόμενα
απ’ τη σκοπιά της ερμαφρόδιτης φαντασίας των ποιητών

απ’ το ένα σου το αυτί φωνήεντα γκρενά
απ’ το άλλο μου τ’ αυτί προσήκον κόκκινο ανοιχτό
ανάσκελα προσήκει
τα επιρρήματά μου δεικτικές ομοβροντίες
οι μετοχές σου μέλλον τροπικό
χρώματα δισταγμοί συνηρημένοι
συν Αθηνά κι άλλες παρωπίδες «δήθεν»
σε μαύρο φιλμ βουβό-


πινακωτή-πινακωτή
μεσολαβεί ευπροσήγορο κενό
χρόνου, χώρου, ιδεών τρίτου προσώπου

παρωπίδες επιθυμίας
στου μηδενός τον ύπτιο δεκαπεντασύλλαβο
                        -7η-
Πέρα βρέχει scrabble νοημάτων μονόλογων

όποιος μπαίνει στο μίσχο του ποιήματος
υγρός και θρύψαλο βαθύς και εύοσμος
γυμνός μες την αχλή του
θα φτάσει στο σμαράγδι του υο υπονοούμενο-

με καραβιές εξώφυλλου τρέχοντος ερωτισμού
εν ριπή οργασμού σε χόρτασα ξανθό κρασί
αίρων μεσίστιες ερωτήσεις
αμφίστομο ερήμην πάντα


χρυσόμαλλο σπαθί ασπόνδου φόβου-
πέρα βρέχει scrabble νοημάτων μονόλογων
Χρυσηίδες στίχων συμπληγάδες λίμπιντο
Λαιστρυγόνες κύκλωπες on line στο P.C. μου
μέτρον επιούσιον που πάντα ρει… κορόνα
γράμματα ομοιοκαταληξίας
δούρειο εκκύκλημα φευγαλέου «κλικ»

δεύτε πολύπλαγκτον σπασμό
λαξευμένο πολύτροπα σε φλοίσβο αυτοσαρκασμού                     
                        -8η-
Φυσάει ομηρική αυγή στο ροδοπέταλο ποίημα
καρτερία κόκκινο κοράλλι
αμφιβολία δρυοκολάπτης κυκλάμινου
δροσοσταλιά κόκκινης κλωστής
στην ανέμη της φαντασίας των ποιητών

πλην ο αφαλός της μοναξιάς υποτελούς αιδοίου
ομοιοπαθητική αναμόχλευση
εκείνης της κόκκινης πεταλούδας των αγρών
με τα φτερά της καστανιέτες
στο χορό των λουλουδιών


θα κυκλοφορήσω στα χέρια σου λευκός;
οι παλάμες μου θα γιομίσουν άστρα;
το πράσινο φως της πιο μακρινής κατάφασης αργεί;
σιωπή και ποίηση εικόνες χιαστί
σαν παραμύθι σκιάς ανέμων
μετάξι σιωπής αιώνων
σαν ρέμβη μηδέν αστέρων
τρένο κίτρινων φύλλων

στα συμφραζόμενα χρυσής ανταύγειας ονείρου
μικρό άσπρο πανί πόθου σεργιανίζει

                   -9η-
Μιλώ μιαν άλλη γλώσσα διαμελίζοντας ιμάτια προσχήματα
βουβά μεσάνυχτα καταπέλτης γης ουρανού
σήμερα δικός και αύριο ξένος
εχθρός και φίλος
πέτρα σκληρή και πούπουλο
«φυγάς κατελθών»
«θετικός σα μεταφυσική»
σ’ άφυλλο δένδρο



μιλώ μιαν άλλη γλώσσα
διαμελίζοντας ιμάτια προσχήματα-
Ποίημα καρποφόρο,
σαρκοφάγο Ποίημα
αυτοαναιρούμενο
υποφαινόμενο
αυτόχρημα καθρέφτης λόγου

επιμύθιο ήβης αντιθέτων φόβου:
στάθηκα μετέωρος
ανάμεσα σε μια σκέψη κι ένα φιλί ερήμην

γυμνό σύρμα θάλασσας πουλιών
 στ’ αυτόφωρο «μου λείπεις ποίημα

                   -10η-
Τύπος των ήλων από μυριάδες ιαχές σιωπής
έρχεσαι από μακρινούς ορίζοντες
περνάς και χάνεσαι στην ανατολή
κάποτε θα σταθείς
και θα κλέψω τη δίνη του ίσκιου σου-
ρίμα υποταγμένη
στη μεταφυσική αφανούς γεωμετρίας στίχων,
φτεροδύναμες σπονδές
νεύοντας «εις πέδον κάρα»

στα διάσελα του ιάμβου
σ’ αυτό ή σ’ άλλο ποίημα
επτά πλέθρα
έπιασε πέφτοντας ο στίχος

θα χαθούν επιθυμίες σε μια γκρίζα χασμωδία;
πείσματα νηπενθή
στην πλανόδια ομορφιά των κρίνων
περιούσια κατακλείδα
που η αναμονή έχει σμιλέψει

 «έρως ανίκατε μάχαν»
σε κυνηγούν ερινύες συνήθειας
στη γαλάζια υδατογραφία
                        -11η-
Σύναξη μοναξιάς ανθρώπων εις το θεαθήναι των λέξεων
μας χωρίζουν άμαχες λέξεις
εκατομμύρια έτη φωτός
ετοιμόρροπη σιωπή, εύφημη χρεία
στιχάκια αλληλέγγυα
στην ποιητική τους αναδίπλωση
στιγμές με τη λάμψη της αστραπής
αιώνες με τη σφοδρότητα της καταιγίδας
άπω βούκινο ερημίας έσω

με υποτάσσει η πεμπτουσία των ανατροπών
με διαπερνάει σειρήνα Φαντασίας και Λόγου
ποιήματα μηρυκάζουν άλλα ποιήματα,
γραμμική άβατων στίχων
στ΄ άδυτο περιθώριο άλλων στίχων προτρέχει

κύκνειοι κάλυκες οργασμού 
λάμνουν τη μεροληψία τους
εις τι θεαθήναι των λέξεων 

πόθος αναστενάρης μέσα σ’ άλλους πόθους
που κάπως ξέρει από μελαγχολία…
                        -12η-
Σε ποιανού όνειρο μέσα είμαι, είσαι άραγε;
αν όλα τούτα είναι σκιές, εμείς πού είμαστε τάχα;
κι ο έρωτας, το ποίημα, η αγωνία του η κρυφή
πού απαγκιάζουν έξω απ’ το αμπάρι τους;
ρόδινου ονείρου δόλια μάνα
πεταλίδα στην αφάνα παλίνδρομου βράχου
σείστρο του ανέμου όλη τη νύχτα σαν αγαπιέσαι
στου ουράνιου τόξου τις λιόκαλες σπονδές
σκύβαλο παραλήρημα φυλλοβόλου λόγου
περίακτοι συμβολισμοί αείφυλλων γυναικών-
επιδείνωση άστατου ποιήματος

σημαδιακές κουβέντες
όστρια μοναξιά
στα μάτια σου τα χρόνια λόγια
τα πάθη λάθη σε χέρια γυρίζουν
και προπορεύονται απ’ την ανέμη των ποιητών

σ’ άλλων ερωτευμένων τα νικηφόρα όνειρα
 θ’ ανταμώνουμε κυματισμούς ηδονικών βλεμμάτων
                        -13η-
Στο ίδιο μήκος χρώματος με την ορμή των στίχων στην προσωματική περίοδο του Ποιήματος…
ό,τι χάνεις σε ζωή
στύβοντας έμπνευση και σεκλέτια
μεταγγίζει προς τα μέσα
το σπόρο το καλό τον χερουβίμ:
οιωνοί με τις φτερούγες της κραυγής τους ανοιχτές
οιονεί σιωπή μαρμαρένια κατακλείδα
στον ίδιο παρά φύσιν στίχο…

τρέχον σώμα πρόσω ηρέμα

κάγχασε μέσα απ’ το ακουστικό κοχύλι του
ουραγός πρίγκιπας
βασιλιάς των χορευτών της λίμπιντο

ακόρεστη δίψα ανάμνησης χρωμάτων
νοσταλγία που αποφανατίστηκε
όμαιμη σ’ ένα αμίλητο κορμί
ως τα πλάτη ηχηρών ανέμων

άνοιξες διάπλατα λέξεις πόδια κλαδιά
μαινάδα αμέτρητες φορές και ποίημα μία

                   -14η-
Πυρ γυνή και ποίημα τελεσφόρο
τρομάζω στη γλώσσα των ποιητών
το άγχος της μετ’ επανόδου διαδρομής
πυρ, γυνή και ποίημα τελεσφόρο
κάτι ακόμα που ήταν να ειπωθεί
αλλά δεν βρέθηκαν έκπληκτες λέξεις

ελπίδες του σώματος και της ψυχής
κρυμμένες μες στο στίχο
στο γαλάζιο ουρανό υπαινιγμοί παλίρροιας
ιδιωτική οδός δημόσιων λιθοβολισμών
μέχρι τη χάρτινη άκρη παραλίας
όπου θα αποστάξουνε οι αυριανές μας τύψεις

όμως σ’ αυτό εδώ το Ποίημα
προπατορική χαρούλα η ποδηλάτισσα
διασχίζει κάθετα το πρωινό μας Σάββατο
αρμενίζοντας όλες τις ευκτικές
παράλληλα μ’ ένα στριγκό κουδούνι
ντριν και ντριν και ντριν
σε δρίμες αυγουστιάτικες

προσπέραση στιγμιαίας νοσταλγίας
 από τη γυαλιστερή πλευρά ζουμ ποδηλατόδρομου

                   -15η-

Θέση περίοπτη στο ποίημα για τη λέξη εσκεμμένα
δεν πνέει η ανασαιμιά των στίχων
και βλέπω εκείνη τη γυναίκα
φωτιά ψηλή σα ρίγος προσευχής
εικόνισμα που δείχνει την ψυχή όλων των λουλουδιών-
θέση περίοπτη στο ποίημα για τη λέξη εσκεμμένα

έχω πιαστεί στην ίδια παγίδα με Λαιστρυγόνες Κύκλωπες
τη Μαρία Μαγδαληνή θλιμμένη Παναγιά
τις πιο πολλές φορές ήταν Πάσχα
κι έριχνε μια ψηλή βροχή Μεγάλης Παρασκευής
συνονθύλευμα Κυριακής εστίασης-
γόρδιο κενό τρίστρατο φιλί
διελκυστίνδα χρόνου, χώρου ιδεών:
λάθος μονοπάτι πολύφημη στροφή

πνιγμένοι στίχοι σ’ ανελέητες στιγμές
βοήθεια με σβησμένη την κραυγή της

προτού να είσαι σε θέση να διαλέξεις
 άκλιτες λέξεις
απλώνεται άρδην ατέρμονο ποίημα
                       
-16η-
Έμαθα να κρύβω ό,τι πιο πολύ ποθώ ό,τι κρύβω όλη η αλήθεια – μοναξιά παντάνασσα
 «ας βγουν οι λέξεις λυγαριές και τα μπουμπούκια κρήνες»,
που λέει και ο ποιητής
ν’ αποδεκατίσουν τ’ αποσιωπητικά που φωταγώγησα
στο παρακατιανό μου ποίημα-
στίχοι άηχοι φωνές υποδόριες
στις εγγενείς τις αντιφάσεις…


μια σειρήνα ζητάει τη φωνή μου
η παρομοίωση πέτυχε
επωδός μεταφορά
αλλά ο ασθενής στίχος δούρειος χρησμός
κάθε τρεις και τόσο μ’ άλλο στιχοπουκάμισο
κραδαίνοντας υγρό πυρ μονόξυλο σιωπής
μέσα συθέμελης ζωής Οξύμωρο! υστεροφημίας

δεσμώτης στον ίλιγγο της σκιάς των λέξεων
γυμνός από γραφή και έμπνευση

                   -17η-
Ποια ανταύγεια θα ποτίσει μ’ όνειρα λέξεων την ήβη που σκιρτά αεί γηράσκουσα και νυν καιόμενη βάτος
Μ’ ένα ταξίδι στο βλέμμα να σκίζει το φόντο
μαγνάδι του κοριτσιού από ένα άλλο στίχο πορφυρογέννητο
μήλον της έριδος η λέξη που δεν βρέθηκε ακόμα
να φυλακίζει μύχιες υποσχέσεις στο Ποίημα-
λεοντή στην απαστράπτουσα περίοδο του ονείρου


τι άλλο θα εισχωρήσει στο τουμπανιασμένο ποίημα
σαν υγρασία σιωπηλή και δόλια
που καταβρόχθισε τη γονιμότητα
του αναστεναγμού των φύ(λ)λων;
ποια ανταύγεια θα ποτίσει μ’ όνειρα λέξεων
την ήβη που σκιρτά αεί γηράσκουσα
και νυν καιόμενη βάτος;

η θητεία σου στον στρουκτουραλισμό
αντίποινο βραχνό
καθώς διεκδικεί τη μοίρα της μέσα στο ποίημα:
να κρύψει αυτό που είναι φανερό και με γυμνό το μάτι

μέσα συθέμελη ζωή
μετείκασμα θνητό
κύμβαλο άλλοθι
που κουβανώ on line στο P.C. μου
         
          -18η-
Μεσούρανα της νοσταλγίας μαγικού ρεαλισμού
γυρίζω στη στάσιμη όχθη του περυσινού καλοκαιριού
στο μπαλκόνι του φθινόπωρου
το κορίτσι με τις δίδυμες πλεξίδες
υποδύεται ένα μοβ ποτιστήρι
μεσούρανα της νοσταλγίας μαγικού ρεαλισμού

γλάστρες με τους φίκους μυτίζουν
τους πόθους της νύχτας
αναδύεται από το παραλήρημα κορυφαία σιωπή
ξόρκι στον εξπρεσιονισμό δίσεκτου χειμώνα
όπως η βροντή του σύννεφου
απ’ το βλέμμα της αστραπής
έτσι κρέμεται σε μια κλωστή κατηγορικός ο στίχος

να ’χεις το νου σου στη γραμμική
του ποιήματος υπόσχεση
να ’χεις το νου σου στο φιλί,
ροδόσταμο ερέθισμα στα πλάτη του ανέμου

ώσπου να πεις κύμινο
χρώματα μουσικές
 χτενίζουν τις κοτσίδες του ποιήματος
                       
-19η-
Μα εγώ δεν είμαι παρά το άθυρμα στις κλαίουσες μονομανίες
 «αν δεν ρισκάρεις με παρόν κανένα παρελθόν δεν πνίγει μέλλον»
τάδε έφη Γιάννης Βαρβέρης
κρυφά ερωτευμένος σ’ ένα Ποίημα
με μια παλιά Cortina

Μα εγώ δεν είμαι παρά το άθυρμα
στις κλαίουσες μονομανίες μου….

όμαιμος σε μια λάμψη σαν της αστραπής
στων υακίνθων την ουράνια σκάλα
σ’ ένα ενάλιο κορμί
ως τα πλάτη ηχηρών ανέμων

ψυχή μου διάτρητη
στη ρότα άσφαιρου τοπίου
μηδέν εις το πηλίκον υψικαμίνου σώματος

η Ποίηση μια ήττα στο παρόν
ο Ποιητής ο πιο γενναίος απ’ τους ηττημένους
χρονομέτρης του μηδέν άγαν

μούσα ανάγλυφη μοναξιά
μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι,
στα χείλια του ασφόδελου μια πολιτεία πασχαλίτσες

                   -20η-
Να σηκωθεί η φούστα σου στης μοίρας μου το δρόμο
να γδύνεσαι χαμόγελα και λάγνα σ’ αγαπώ
για να ψιλώνω ως τα κατάρτια του ουρανού
όπου παραμονεύει το αειπάρθενο φιλί σου-
αιωνόβια προσμονή σαν αγιασμός στα μάτια


τι τέξεται η επιούσια έκφραση;
ποιο γόητρο ξοδεύουνε οι λέξεις της;
σε ποιο λημέρι αποκοιμήθηκε σειρήνα έμπνευσης;
μήπως αναρωτιέσαι ανέξοδα
κλώθοντας δίκλωνες κραυγές απ’ την αφάνεια σου;


διάττοντες στίχοι κλιμακτήριος ρυθμός
κοπάδι μαδημένες μαργαρίτες
γλυκοματιάζοντας συνουσία διττή
ασπαίρει και βογκά στύση αποδημητική-
ερπυστιοφόρο όνειρο τυλίχθηκε
σαν κόκκινη κλωστή σαν την ανέμη

οι προτάσεις των ποιητών
σειρήνες μ’ απειλή και κίνδυνο
μεγαλώνουν στην αφαίρεση μυριάδων μνήσθητι

                   -21η-
Έτσι το έδεσα σκοινί κορδόνι το Ποίημα
η ποίηση του καθενός δική του ελπίδα υποτέλειας
μήτρα αλλόκοτης αλληγορίας
μύθος αλήθειας, σύμβολο μνηστήρων
μάθημα πάθημα φύρδην μίγδην


ουράνια κόρη γδύνεται τις αστραπές
το θείο της βιολί μπροστά στα μάτια μου
οπλίζει μουσική
βογκάει λυγάει τα κλαδιά ο βυθός
ο μαύρος της προσευχής
Απλώνει χρυσώνει τα βήματα
το μαντήλι το χρυσό του Ονείρου
ξεχειλίζει το στήθος των πραγμάτων ρωγμές
πυροβολεί εκπυρσοκροτεί
καθρέφτη κορμί
η μακριά η κάνη το περίστροφό μου
εξάσφαιρο στίχου


φύτεψα ήλιους τριαντάφυλλα σήμερα
κι απ’ τον κήπο σου πέταξε ένα πουλί
έτσι το έδεσα σκοινί κορδόνι το Ποίημα:

κάθε τρεις και τόσο
μ’ άλλο στιχοπουκάμισο

                   -22η-
Κύμβαλο άλλοθι φυλλοβόλου λόγου πλεκτάνη θεοφάνειας στο ποίημα
τι πλανόδια που είναι η θλίψη
τι βλέμμα η σιωπή των στίχων
μας χωρίζουν άμαχες λέξεις ως την τέλεια Χρυσηίδα
δίψα ιαματικού πόθου
ριπές μονοσύλλαβης ερημίας
κύμβαλο άλλοθι φυλλοβόλου λόγου
πλεκτάνη θεοφάνειας στο ποίημα…

εκεί που ήξερα να πω το τέλος
εύφλεκτο σπέρμα
δρομολόγησε την εμβέλεια της βάρδιας του
στις έγκλειστες κλεψιγαμίες
ως υποχθόνια διάψευση-
φευ πάλι θα κάνει κατακλυσμό λέξεων…

κύκνειου οργασμού άναυδο σώμα
περιβόητο λευκό χαρτί
μετείκασμα θνητό
ψυχή μου διάτρητη
στη ρότα άσφαιρου τοπίου

απ’ το ανοιχτό παράθυρο
φεγγίζει η μελαγχολία του καιρού

ω μοναξιά εισχωρείς μέσα στο βράδυ
σαν κλητική προσφώνηση βοώντος θανάτου

                   -23η-
Δεν είμαι παρά το άθυρμα στις κλαίουσες μονομανίες μου
Ζωγραφίζω μιαν καινούργια μέρα εβένινη
χωρίς μεσημέρι
ζωγραφίζω το πρωί
δυο μεγάλα μάτια απ’ ουρανό γαλάζιο
ζωγραφίζω νύχτα τους φρουρούς
σμάρι κορυδαλλούς και χίμαιρες –
εις αύριον οι σπουδαίες μυοσωτίδες

Δεν είμαι παρά το άθυρμα στις κλαίουσες μονομανίες μου

στα χείλια του ασφόδελου
ασωτεύει μια πολιτεία πασχαλίτσες
πλην η ευχή σ’ αυτή τη στιχοπλοκή
πεμπτουσία υπερεγώ
γυρεύοντας παραληρήματα της ποίησης

ό,τι κι αν ζωγραφίζω
οξιές ερειπωμένες πίσω απ’ το κρυμμένο βλέμμα
δισταγμοί που βιώθηκαν
κι άλλοι που δεν
διατέλεσαν ριπές του ανέμου στον τρύπιο ουρανό-

ζωγραφίζοντας λέξεις
ανθίζουν ποιήματα
 προσάναμμα της μοναξιάς
που κουβανώ on line στο P.C. μου

                   -24η-
Γυριστρούλα σιωπή στα πιο ψηλά τα κείμενα μόλις ποίημα η χθεσινή μου έμπνευση
ουρανό ατένιζες που έφτιαξες με βλέμματα
συνομήλικα με τη σιωπή-
μισή τυφώνας βάρδια φουρνέλα ιχώρ
μισή ύλη σπέρματος και απορία χαλεπή
πνιγμένη σε υπαινιγμούς με όνειρα –
γυριστρούλα σιωπή στα πιο ψηλά τα κείμενα


τις πρώτες μέρες έχεις να πεις πολλά
έπειτα συνηθίζεις
κι αυτό που έχεις το φυλάς
αρτεσιανό της Κυριακής ανήκεστο Δευτέρας
μη σε βρει η μέρα μ’ άλλους στίχους αποστροφής-
εφήμερη κλεψύδρα
κατακερματισμένο τίποτε
ανωτέρας βίας

γοργά καθώς διαβαίνει λεξικό τοπίο
λαμπικάρει έως το κουκούτσι του
εξαπτέρυγο θαυματουργό
σχεδόν αχειροποίητο
μόλις Ποίημα η χθεσινή μου έμπνευση

μακριά ηδονή από σταξιές επέκεινα
στον ήσκιο της το κλιμακτήριο αμίλητο νερό

                   -25η-
Παραλήρημα φυλλοβόλου λόγου αείφυλλων γυναικών
διάττοντες στίχοι αποδημητικός ρυθμός
στα λιλά τσακίδια μιας περπατησιάς
ορυμαγδοί γραμματικής
εξαποστέλλοντας / μετοχές
λιμώττοντας / άναρθρο σκοπό
κι αδιαφορώντας η κοκκινοσκουφίτσα
όταν ο λύκος δεν είναι εδώ
μαδάει μια μαργαρίτα-
κομμός «στην Αλεξάνδρεια που χάνεται»

στο μεταξύ έχει σκοτεινιάσει από νωρίς με σύννεφα
στάσιμο τρισαλίμονο ετήσιο χρονικό επίρρημα
ευνουχισμένο «πριν», «μετά» τρισάγιο –
«αντί» στο γόνατο «μη ενδεώς» ακατάσχετο:
 «θα σου τσακίσω τα φωνήεντα ένα-ένα
να σε δω με σύμφωνα μονάχα μες στο στόμα»,
 «γένοιτο χατέρω καλώς έχον» από καταβολής κόσμου


άναρχο ποίημα σφαγμένο εντός μου
σφαδάζει σε θήκες με όνειρα
στα ύφαλα της Ωγυγίας του Ποιητή
παραλήρημα φυλλοβόλου λόγου αείφυλλων γυναικών

Πλην ο αφαλός της μοναξιάς υποτελούς αιδοίου
μηδέν εις το πηλίκο της λέξης συλημένου σώματος

                   -26η-
Αχίλλειος πτέρνα φυλλοβόλου λόγου
προφητεύω τη χρυσή βροχή
με σινιάλο υγρόληκτα μογγολικά στιχάκια
η αλήθεια της ζωγραφιάς των στίχων
κουμπωμένη μέχρι το λαιμό-
αχίλλειος πτέρνα φυλλοβόλου λόγου


μες στη στρεβλή αναίδεια της νυκτός
υποτακτική αιδώς χθόνιων ήχων

ω τάδε βίωμα, ω δείνα μετοικεσία
εν πολλαίς αμαρτίαις ομοούσιο όνομα αυγερινής
ανάγλυφη χλωμή, πρωτόπλαστη πελιδνή
ένας καβγάς πολύτιμος
που απόμεινε Νεφέλη,
πολυώνυμη λερναία εμμονή
με τα φτερά της καστανιέτες στο χορό των λουλουδιών-

είναι άραγε το μήνυμα όπου μπορεί να τελειώνει
η συναίνεση που εξασφάλισε
το ποίημα μου το γανωμένο στο μίτο λουλουδιών;

Εμβόλιμα στη μεταφυσική ανησυχία διαδραματίστηκαν δυο σώματα γυμνά
                   -27η-
Βολεύονται τα χέρια των ποιητών στην έτοιμη δομή ραγδαίων στίχων
μισθοφόρος ρέμβη  με διάθεση για ποίημα
ποίημα που τεντώθηκε στους στίχους
στίχοι μες τη νύχτα
εν ριπή κοπετού φωνήεντα εκκρεμή
με «γης μαδιάμ» και «έξω φρενών»


αν γίνουν ποίημα σέπεται
αν μείνουν στη σιωπή τρώνε τα σωθικά τους

σφίγγα χιαστί, λόγια μικρά
μοναξιά αυτόματη γραφή
απ’ το φιλί που δεν κατάλαβε
το λυρικό του πάντα
απ’ τη λάμψη και τους υπαινιγμούς
που έχουν τα όνειρα

βολεύονται τα χέρια των ποιητών
στην έτοιμη δομή ραγδαίων στίχων
λάθρα βιώσαντες
χρησμούς γραμματιζούμενους

ερείπια ιερόδουλα γαλάζιου λώρου της ζωής
για ένα βλέμμα μισοφέγγαρο πυρρό

                   -28η-
Κάλπικος καλπάζει ο λόγος της ειρωνείας, τον εαυτό της ξεγελάει η εξομολόγηση μέσα στο Ποίημα
ο στίχος σου ο πεντακοσιομέδιμνος λέξη ζευγίτης
συνειδητή παρήχηση σκιρτήματος συμβολισμών
που άνοιξε τα χρώματα στο φόρεμα της άνοιξης,
που άκουσε τον άνεμο πρωθύστερης έπαρσης,
που στης πράσινης θάλασσας το κατωσέντονο
στρώνει σιωπή υποτείνουσα ιωβηλαίου καταπέλτη

Κάλπικος καλπάζει ο λόγος της ειρωνείας
τον εαυτό της ξεγελάει
 η εξομολόγηση στην ενδοχώρα του Ποιήματος
αδύνατον να παραδεχθείς την Ομοιοκαταληξία
συγκαλυμμένου ρεμβασμού

κι απεγνωσμένα από τότε
άλλος προφήτης Ηλίας στίχος
προνομιακός αφηγητής φωτιάς,
προβάρει τη μηδενική εστίαση της δυνατής κραυγής του
στ’ αργυρό δισάκι εσωτερικού μονόλογου

ερήμην της μεταφυσικής άπλετου σώματος

                   -29η-
Πέρα βρέχει scrabble νοημάτων μονόλογων
λέξεις σαν έτοιμες από καιρό
όνειρα σαν βγουν στις αποστάσεις τους
μέσα συθέμελη σιωπή, δέλτα δενδρόβιο
άναυλο και φευγαλέο «κλικ»
φιλί κρυμμένο
στον επίγειο λυρισμό μιας άνοιξης

«συν Αθηνά» και σέλας στιλπνόν
έτη φωτός στα χρώματα της σέπιας
ασύδοτοι υπαινιγμοί παλίρροιας
με την οδύνη της ικεσίας τους στη διαπασών-
το καταπέτασμα της εξουσίας στίχων…


θα κορφολογήσω στο φασκιωμένο
με λιλά κι άσπρα χρυσάνθεμα
κολοβό μου ποίημα
προσήκον κόκκινο ανοιχτό

λαξευμένο ανάγλυφο φωνήεν
εξακοντίζει λίμπιντο
στην άκρη μεταξένιου ονείρου

                   -30η-
Μ’ ένα σύννεφο ζωσμένη στο μεσοφόρι της λέξη ποντοπόρος ενδόμυχου χειμώνα
ποιητής με μύτη Σιρανό
και πρόσωπο χασάπικο σαράντα
στην αγκαλιά μάγισσας νύχτας
που φέρνει στα κλαδιά της
ποιήματα λωτοφάγα

Ν’ αποτάσσεις ενδοιασμούς και φόβο ρούχων
να ιδιοποιείσαι οργασμούς
κι όμως να μην ενδίδεις κατά μέσα
με προσωπίδες άνοιξης
να κοσκινίζεις τους αγρούς
ένα τοπίο με καλές προθέσεις καμουφλάζ

δος ημιν την περόνη σου σήμερα
την έκρηξή σου άρτον ημών
την ήβη κλαίουσα
σύσσωμη  σύγκορμη φυγή

Συλλογή μοναξιάς λέξεων
σμήνος μνήμες πουλιών
νυν και αεί μέσα στη νοσταλγία

                   -31η-
Σ’ ένα άλλο επίπεδο εκποδών σημειολογία χωρισμών υποδόρια
ο πόθος του ποιητή σταλακτίτη το σταλαγμίτη
κλεψύδρα ιάμβους μετρά
καθώς κοκορόμυαλοι τρυποκάρυδοι σεργιανούν
στα χρονοβόρα «τετέλεσται» πανσέληνης αναμονής –
από μια κλωστή κρέμεται
υπεράριθμο γαλάζιο νόημα σε άσπιλο ουρανό

ή σ’ ένα άλλο επίπεδο εκποδών
σημειολογία χωρισμών υποδόρια
επιθυμίες λέξεων
που με ελεύθερους συνειρμούς στίχων
πιάστηκαν στη μέγγενη υπερρεαλισμού

θανάσιμα ψηλώνει των κορμιών η δίνη
χέρια εξαρτήματα κλαριών
τρύπια ιστορία
δάχτυλα όψεις εκδικητικές
με προσποιητό οργασμό
βλέμματα φωτιά και παρατήρηση


Σε χίλια δένδρα καθηλωμένη ηδονή
 βουκολική σκιά παρά θέατρο δάσους

                   -32η-
Είτε σύννεφα είτε ήλιος όλα τα ρολόγια δείχνουν μεσημέρι
απ’ την αρχή να φτιάχνεις σταυρόλεξα θανάτου
κι απ’ την άλλη μεριά ενός κίτρινου φύλλου
γραμμένη με μάσκα χρυσόμαλλης βροχής
ψυχή μου- μυστική σοδειά φθινόπωρου
μες την καρδιά του ανέμου

μαραγκιασμένα σπέρματα χωρίς ανταποκρίσεις
δρόμοι γυμνοί χωρίς δενδροστοιχίες
ο κόσμος μικρά καφενεία
αυτοί που περνούν απέξω
πανομοιότυπες προσόψεις…

ω υποκινούμενο γαλάζιο όνομα
κατά βούληση Άννα Μαρία Ευάδνη,
με την ομορφιά και την ευρυθμία της αναφώνησης
μετριάζεται ο άκρατος συμβολισμός ομοούσιου ουρανού
πόσο μεγάλωσαν τα παιδιά της γειτονιάς
κι οι κοπέλες με στητά κορμιά δικαίωσης
είτε σύννεφα είτε ήλιος
όλα τα ρολόγια δείχνουν μεσημέρι

Γηράσκω αεί μέσα σε Μεσσίες στίχων
μακριά μιαν άλλη σοφία λέξεων ποθώντας

                   -33η-
Γόρδια κοσμητικά επίθετα που έχουν εισχωρήσει βαθιά στα μερομήνια μας
ατέρμονο βλέμμα αστραπής γαλάζιων στίχων
κτερίσματα μονοσάνδαλης νοσταλγίας,
γόρδια κοσμητικά επίθετα
που έχουν εισχωρήσει βαθιά στα μερομήνια μας-
νόστιμον ήμαρ επιούσιας ομοιοκαταληξίας

παλεύουμε στα πράγματα αυτά
καθημερινές έγνοιες, φιλόμαχες τριβές
να βρούμε μιαν αλληλουχία
τραβάμε, ξελύνουμε, κόβουμε
κάπου θα φτάσουμε έτσι κομματιάζοντας
μια καινούργια πρωτοφανέρωτη ρωγμή
ν’ αγγίξουμε με τα δάχτυλα στα τυφλά

είναι όμως κάτι πράγματα
με πείσμα ανεμοστρόβιλου
που μένουν στάσιμα στο παραλήρημά τους
γιατί με το γύρισμα του χρόνου
μια τυχόν αλλαγή
σημαίνει θάνατο στους ίσκιους της επιθυμίας

Τόσο «πλήρως τα φαντάστηκα τα γαλανά σου μάτια
που θάρρεψα» πως ονειρεύομαι
την ηχώ της μοναξιάς μου

                   -34η-
Δε φεύγουνε τα πρόσωπα αν δεν γεράσουν οι επιθυμίες
δεν μένει τίποτα απ’ τα λόγια
σαν δεν έρθει πανηγύρι άνοιξης
δε φεύγουνε τα πρόσωπα
αν δεν γεράσουν οι επιθυμίες-
πού την κεφαλή κλίναι σαν έρθει λαμπρή η απόλυση
στις πρώιμες συναγωγές των αντιφάσεων;

περιπλάνηση αμοραλισμού για μιαν Ελένη
μια σειρήνα με αποπλανά δίχως να το ξέρει
καπνός «αναθρώσκων»
συνωστισμός σιωπής
γυάλινα στήθη βροχής ανδρειωμένης

μια λύση είναι να κλείσουμε τα μάτια
να μην περιμένουμε τίποτα ποτέ
σαν το ναυάγιο που συσπειρώνεται μέσα του
σαν ένα σώμα
ανάμεσα ση σφύρα και τον άκμονα

Πήγαινες γυρεύοντας
υστεροφημία ασπρόμαυρου αρνητικού

                   -35η-
Πήγαινες γυρεύοντας 14η ομορφιά Χλόης Θερμοκηπίου
μπορεί να ξημερώνει Κυριακή
το ραδιόφωνο σε χαμηλή ένταση
οι κουβέρτες ξέστρωτες,
τα ρούχα πεταμένα καταγής
μετράς την κάθε λέξη
ζυγιάζοντας στα δάχτυλα
απρόσωπες σημασίες απ’ όνειρα

ξέρεις τις ανατροπές που έχουν ηχώ εύλογου πόθου
που εξαπλώνεται στη μεταφυσική σου σκέψη
μισθοφόρος ρέμβη μ’ άσωτα χρώματα λέξεις;

πήγαινες γυρεύοντας το ρου της νοσταλγίας
στην αμφίσημη ρανίδα του Ποιήματος
μακριά  απ’ τα διαλαλήματα του ανέμου
γυμνός από αστραπή και έμπνευση
μ’ ένα μελίσσι χρώματα πετροκότσυφες
στην κάθε σου φαρέτρα

Ενός λεπτού εκλάμψεις λυρισμού
στάχτη στα μάτια μιας καταθλιπτικής πραγματικότητας…

                   -36η-
Μια φωτά με καίει και κρυώνω κατά μέσα
Φτιάχνω ιστορίες με ποιήματα,
παραμύθια με φωτιά αγγέλων
φωλιές με χρώματα πουλιών
σιωπή βροντή του σύννεφου
αγάπη σε κρηπίδα ανάγλυφη

όσο να βλεφαρίσει εντός της φως η αγριομέλισσα
ένα λουλούδι που σαλεύει μίσχο και καρπό
ανέμισε σιωπηλούς αντίλογους έρωτα
ώσπου να πεις «κύμινο»
πρωινή κατακλείδα ενδεκασύλλαβου-
μια φωτιά με καίει και κρυώνω κατά μέσα…
σκορπιός όνομα μιας νύχτας
τοξότης κεντρική αρτηρία για φυγή
λιοντάρι το κορμί βουλιάζει
δίδυμος εφιάλτης ο καιρός-
καθένας κάτι δικό του θα κρατήσει μυστικό

Όνειρα δεμένα στην άτονη λήγουσα
από τη σκέψη του σώματος παντός επιστητού

                   -37η-
Πιο κορυφαίο όνειρο απ’ την ποίηση δεν έχεις
πιο ραβδοσκόπο ειδύλλιο
απ’ τη σιωπή δεν βρήκες
ποια αναβάπτιση στα ονόματα
παλιλλογίες σώματος προσχήματα θα βρέξει;

στ’ ασφυκτικό δωμάτιο μετά τη βροχή
πάνω στα χαρτιά και τα βιβλία
εκείνη η γκριμάτσα σου η μπλε μοβ άπλετη λουλουδίζει

ας απαντήσει μια φωνή
κι ας είναι στιχοδίνη
με σάρκα και οστά απ’ το βλέμμα της αστραπής

στο λίκνο του ποιήματος
κουρνιάζουν ανείπωτες λέξεις
απλώνεται άρδην ατέρμονη πολυσημία
παλινωδεί σκύβαλο παραλήρημα

Συμπληγάδα γενίκευση,
κραυγή μαρμαρωμένη
που σφουγγίζει ερμηνείες της ζωής

                   -38η-
Ποιητές άδοξοι που είναι στην ιερόδουλη αυθαιρεσία τους
πιστή και ανειλημμένη εμμονή διακαινησίμου Κυριακής
οικεία από το πλάνο βλέμμα εωθινής βροχής
στην άτονη λήγουσα παντός επιστητού
με ισόβια ελευθερία στις δια βοής λέξεις


υποδαυλίζει ρήματα κύριας πρότασης
που, εννοείται, εύκολα συννεφιάζουν
εύκολα εγκαταλείπονται στο δευτερεύοντα εγωισμό τους
πρώτο λύκειο ενιαία τάξη
κήποι αμπελιών γεμάτοι πείσματα
ποιητές άδοξοι που είναι στην ιερόδουλη αυθαιρεσία τους

και μια αφοσιωμένη προκατάληψη
υποβόσκει αναφορικά,
εικόνα ανεκπλήρωτης παραίσθησης που πλάνταξε
στα νώτα εξιλαστηρίου πρωινού φλύαρης Δευτέρας
όπου καθρεπτίζεται νάρκισσος

Σιωπή γεμάτη το κενό της μοναξιάς της

                    -39η-
Στα καπούλια νωπή σκόνη καλπασμού μέθης ενός λεπτού
στην άκρη του νήματος θρυαλλίδα από σιωπής
λυρικός αντικατοπτρισμός ανέμου
μεταφυσικής επιθυμίας
μέθη ενός λεπτού
χρόνια φυγή
αναβράζων ζήλος
υπερβάλλοντος ποιητή


τρελό σεργιάνι νοσταλγίας
στο υπερθετικό της πρόσημο
εκποίησε προφυλακτικά ηλιοτρόπια
καταλαγιάζοντας πλανόδιους ωροσκόπους
και έκτος στίχος σ’ αυτή τη στροφή:
από-πομπή


 «Μικρή Ασυμφωνία εις Α μείζον», πομπώδης
«διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος» πεζή
με τα φτηνά «ξυλοπάπουτσα
της μεταμέλειας» των ποιητών…
έξοδος και αναγνώριση…

Είναι η σειρά σου να καγχάσεις τη λαγνεία των αντιφάσεων του λόγου…

                   -40η-
Βρέχει λοιπόν μοναξιά στίχων ρεμβασμό διφορούμενων πόθων
ω σώμα αιώνιο σχήμα έρωτα κατά βάθος
ω σιωπή λαβύρινθε της αχανούς ψυχής
τετράγωνο φωτιάς,
γη και ύδωρ στον κύβο,
αέρηδες φουρτουνιασμένης θάλασσας
πολύφυλλα ιδεογράμματα
στη νιοστή τους δύναμη


βρέχει λοιπόν μοναξιά στίχων


μ’  ένα τσιγάρο τρέχει πιο εύκολα ο ρεμβασμός
διφορούμενων πόθων
μαινάδα σκέψη  καταμεσής στο ρήμα της
κι απ’ την άλλη μεριά ενός κίτρινου φύλλου
χαλαρή διάθεση μες την καρδιά του φθινοπώρου


θα ’ρθουν αναδρομικά μέρες του στοχασμού
θα εξισωθεί ο χαμένος καιρός
με το μελλούμενο δρόμο

Αρκεί να κρατήσεις
καθάριο έρωτα φιλοσοφίας
απέναντι στον ίλιγγο της

                   -41η-
Σε γνωρίζω από τη λέξη διαμελίζοντας ιμάτια προσχήματα
αντί «ωραίο πλάσμα»
γράφω στον απέναντι στίχο
«ο κήπος βλέπει να λάμπουν οι σταγόνες των στιγμών»
μιας διπλανής μου Χρυσηίδας Πόρτας


Χρυσηίδες Λέξεις
συμπληγάδες λίμπιντο
δροσοσταλιά κόκκινης κλωστής
και τα μπουμπούκια κρήνες,
παρομοίωση που πέτυχε δούρειο χρησμό:
«σε γνωρίζω από τη λέξη,
που είχε κάποτε ένα πέλαγος χρωμάτων βλέμμα…»


βλέπετε;
μιλώ μιαν άλλη γλώσσα,
διαμελίζοντας ιμάτια προσχήματα


με υποτάσσει η πεμπτουσία των ανατροπών:
σήμερα παραλήρημα φυλλοβόλου λόγου,
έκπληκτες λέξεις,
γόρδιο κενό χρόνου, χώρου, ιδεών
με αύριο δεκαπεντασύλλαβο

Θεομηνία τελευταίου σώματος ερήμην εφηβείας…

                   -42η-
Είναι κρυφή η στιγμή που θα σε πάρει επιθυμία λέξεων για φιλιά
μια λέξη εφήμερη απ’ τα φεγγάρια της  ολόγυμνη έτσι κι αλλιώς στη βουβή θεομηνία βάρβαρου ποιητή που νήστεψε τα βλέμματα που άστραφταν  τα χρώματα του Έρωτα σ’ όλο το Σώμα… Απ’ την επιθυμία του πού να κρυφτείς;

παρά ένα φιλί πανσέληνος κι απόψε
στο παραμύθι στο όνειρο υγρά φιλιά
γέμισε ο ουρανός σύννεφα άνθη, σύρε κόψε
να παίζεις έρωτα μες τη νυχτιά


παρά ένα φιλί ολόγιομη η αγκαλιά
λέξεις και χρώματα σαστισμένοι φρουροί
ξυπνούν οι αισθήσεις με τα φιλιά
φρυκτωρίες στίχων λευκό πανί

σφύζοντας συννεφιασμένες σιωπές ερημίας έσω στο ενδεχόμενο αποθέωσης του «σ’ αγαπώ» και πώς να την εκλάβεις τόση φλυαρία ονείρου ανάμεσα σε δυο εκλάμψεις στιγμιαίου για πάντα…

Φεγγάρια του έρωτα σ’ όλο το σώμα,
απ’ την επιθυμία του πού να κρυφτείς

                   -43η-
Αντικατοπτρισμός ασέληνης νύχτας που πάντα μέσα μου παλιννοστεί πανσέληνος
Ποιας Έριδος; Μήλο μου κόκκινο...   Ποιας συκής; Φύλλο και φτερό...
Ποιος στίχος;  Λαξευμένος σε Άμεμπτο μάρμαρο... 
Ποιες λέξεις;  Ο Έρωτας μας είναι Κλειστός
σε δυο μαύρες συμπληγάδες!

Ωστόσο...  στο αδέσποτο αυτό ποίημα
ανοίγουν σαν πόρτες στίχοι συμβόλων:
 Όνομα Ελευθερία του Πόθου,
Επίθετο Δώρο Θεού. Του; Ρόδου Αμάραντου

Μακρινή μητέρα, σπιθίσματα έαρος χιλιάδες
σε μια στιγμή αποθέωσης  σαν ουσίες Χαράς ,
αναγκαία λήθη  Σιωπής απ' όνειρα 
μιας Παρθένας Ζωής διφορούμενες λέξεις

Από μηχανής Πουλάκι των Ποιητών,
άσβεστη φωτιά στην Καιόμενη Βάτο

Μισθοφόρος ρέμβη με διάθεση για Ποίημα
στο περίακτο δάσος της Ανοιχτής Σχισμής

                   -44η-
Εσωτερικός μονόλογος, όταν ο ποιητής μέσα μας δεν λέει να σωπάσει
Μακριά, πολύ μακριά στα σύννεφα
στην Ατλαντίδα γη της Ποίησης,
μια φεγγαροντυμένη ελάνθανε στην προσμονή
παλίντονου  αρμονίας λέξεων,
που κόκκαλα δεν έχουν
και επιούσιο Ρέμβη ριζώνουν
απ’ τον αιώνα κι ως τα ρίγη αυτής της νύχτας
που σεληνιάζεται ανερμάτιστα
στα σύννεφα του χθεσινού λυγμού

Όνειρα δεμένα
 στην άτονη λήγουσα παντός επιστητού σώματος,
απ’ την πλευρά μιας εφήμερης αιωνιότητας λέξεων
Ονειροπόλημα Πανσέληνου
στάσιμης στον αμφίσημο χρησμό της

Κι εσύ, Ουρανέ, σε ποια γλώσσα μου διαβάζεις
τα γαλάζια σου γράμματα;
Στη γλώσσα της ατέλειωτης σιγής
κρυμμένων αστεριών


κιβωτός χρωμάτων επιούσιας ομοιοκαταληξίας
προσπέλαση παραμυθιού

ναύλος για τη λινή κοιτίδα κυριολεξίας
επίνειο του τμήματος μεταγωγών των στίχων

                   -69η-
Ανάμεσα σε δυο στιχάκια όνειρα παράπεσε libido λυρισμός
δεν έχει δάχτυλα η σιωπή να την μετρήσεις
δεν έχει κύκλους ο ουρανός να τους διαβείς
και μια λέξη ολομόναχη στους αυτουργούς ανέμους,
φεγγαροντυμένη χρώματα και ερημίας ήχο
μπαινοβγαίνει εφήμερα στη βουβή θεομηνία της

μπαίνουμε ο ένας στο κορμί του άλλου
γινόμαστε για κλάσματα του δευτερολέπτου
μια κραυγή, ένας σπασμός, βάρβαροι ποιητές
κι ύστερα
ώσπου να πεις κύμινο,
πάλι μόνοι σε παράλληλους δρόμους,
λέξεις πτερόεσσες γυμνές απ’ το φωνήεν τους
στο καταπέτασμα της συμφωνίας στίχων

έλα λοιπόν να θυμηθώ με όνειρα τη μελωδία της σιωπής

Τόσα χρόνια γράφω και ξαναγράφω αυτό το Φαύλο Στίχο

Επιούσιος Ομοιοκαταληξία Χρυσηίδων Σιωπής

τόσα χρόνια μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια
γράφω και ξαναγράφω αυτόν το Φαύλο Δούρειο Στίχο
Λευκή και Απρόσιτη Παρομοίωση σαν την αμείλικτη σιωπή
στο αναφορικό φεγγαρόφωτο…
απλή σκέψη πτερόεντος λόγου άμεμπτων συμβολισμών

μα ένα παιδί ζωηρό, φανατικό για γράμματα
«α δεν μ’ αρέσει το τετράστιχο αυτό…»
φωνάζει μέσα μου

γράφω και ξαναγράφω αυτόν το Φαύλο Στίχο
Ομοιοκαταληξίες Χρυσηίδων Σιωπής
άνω σχώμεν ευσεβείς πόθους
όλο ανεβαίνοντας ακάλυπτους στίχους
κι όλο ξοδεύοντας μαγικές εικόνες ουρανό
έρμαιο επέκεινα λερναίας εμμονής
στην Άτροπο επιθυμία την πρεσβυτέρα των Ποιητών

ΣΚΕΥΗ ΗΔΟΝΗΣ (που βγάζουν το φίδι απ’ την τρύπα): πολύτροπες στροφές με πολύ μεγάλο τίτλο, Φαύλος Δούρειος Χρησμός για την πάλαι ποτέ Επιούσια Ομοιοκαταληξία (η Ποίηση μια ήττα στο παρόν, ο ποιητής ο πιο γενναίος απ’ τους ηττημένους, χρονομέτρης του μηδέν άγαν)

α-στερητικό Ποίημα σε αναζήτηση της εικόνας γυμνού διλήμματος  … Το Μου το Νι το πράγμα το αι 2 το αίμα το ρίγος το σύννεφο το έρμαιο το σεξ το φύλο συκής. Το κραταιό το στήθος το φιλί το άλλοθι το ασώματο Ποίημα το άλσος το κορμί το μηρυκαστικό. Ερείπια και ίαμβοι φιγούρες γυμνές άνω θρώσκουν βλέμματα libido. Το νερό στο αυλάκι με το πρώτο τυχόντα συνειρμό. Ο έρωτας η αγάπη στην Ακροθαλασσιά, η λέξη η σιωπή γυμνή στιγμή, εξαίσιος ίλιγγος, πόθος υγρός έμπιστο φως. Το ταλάντευμα το πέσιμο το ανέβασμα τρίστιχο τρίπτυχο αμφίσημο κι αμφίθυμο σταλαγμίτη το σταλακτίτη στον ουρανό της έμπνευσης. Ω το αρσενικό το γένος δάχτυλο κρουστό, έρκος οδόντων στο χείλος φωνηέντων ιδεών, πήγαινε γυρεύοντας θηλυκό οργασμό. Ανάσα ωκεανού, ξανάσασμα, σύμφωνο λυγμός σ’ άλογο γένος άλλη μια μέθη σε δευτερόλεπτα σπασμού…


κλπ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου