Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

ΧΟΗΦΟΡΟΣ ΠΕΖΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ  (ένα κλειδί ποιητικών αναγωγών)
Από μηχανής Θεοί λέξεων και τα πάντα ασημένια Ποιήματα, τουτέστιν ένα κλειδί ποιητικών αναγωγών έτσι που η μοναδικότητα της εμπειρίας στην ποίηση να αναιρείται προς στιγμή θυσιάζοντας στα Έγκατα κτερίσματα της Ρέμβης τις πιο παιδικές  από τις καταπιεσμένες ποιητικές ενορμήσεις. Δηλαδή, Λάχεσις, Κλωθώ Άτροπος υστερόβουλες με τον έσχατο και ξέφρενο αυτοσαρκασμό για την απρόσωπη λαγνεία ή τελικά και τέλεια το Υποκείμενο του Ηλιόπληκτου Ποιήματος πνέοντας μένεα στην ασύστολη μονέδα της ετεροπροσωπίας του!.. Γιατί,  με τις λέξεις δεν βγάζεις άκρη, για αλλού ξεκίνησες και αλλού αυτές σε πάνε. Στο τεντωμένο σχοινί τους ισορροπούν χρώματα μιας ανάγκης λανθάνουσας για ουρανό, «τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης» (που κάνεις πως δεν τις βλέπεις –και αλήθεια δεν τις βλέπεις, «θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σου φτάνει ο θαυμασμός σου»)



Ως γνωστό τοις πάσι, το μεγαλείο της ομορφιάς στην ποίηση, βρίσκεται στη δύναμη της μεταφοράς,  στους πολλαπλούς συμβολισμούς και ελιγμούς της γλώσσας, στο κατιτί που αμέσως μετά το ποίημα μπορεί να «τρέξει» μέσα σου άφοβα, όπως η Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος με τους «μεταμορφωμένους»  λύκους...
Γιατί «όποιος θέλει να δει το φυλακτό της ασημένιας μοίρας του, πρέπει πρώτα να επιβιώσει ποιητικά».

Ο κάθε στίχος βέβαια σέρνει την κυριολεξία του, που «κοινή θνητή» για όλους, θα διαβεί απαρατήρητη, εκτός κι αν ταλέντο και πρωτοτυπία της χαρίσουν έκλαμψη οριστική και δίκαια – έτσι κι αλλιώς το παιχνίδι με σύμβολα και ερμηνείες έχει τη ξεχωριστή δική του ιστορία για το μύστη, που η επίμονη αυτοάσκηση χρόνων έγινε κλειδί πρόσβασης στο φλοίσβο το ποιητικό.
Τότε οι μεταλλάξεις κάθε στίχου, με εικονολογίες ελεύθερες και στη μορφή και στην ουσία, είναι η αφετηρία κι άλλου νοήματος κατά το δοκούν του αναγνώστη –
να για παράδειγμα, το τελευταίο δίστιχο στην ΕΠΙΟΥΣΙΟ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ, σαν μια κοινή πρόσκληση για φωτογραφία πορτρέτου, είναι καταδικασμένη απ’ την αρχή – όσες φορές και με όποια μορφή κι αν χρησιμοποιηθεί.

Αν όμως αρχίσει να αναπνέει μεταφορικά /  συμβολικά,
τότε «υπερυψούται και περιδινείται» διαφορετικά στον καθένα και εκεί ακριβώς είναι το σημαίνον : ο αύξων ερεθισμός από την επανάληψη και τη μεταγραφή  (μ’ άλλους τρόπους κάθε φορά) της πιο καθημερινής κοινοτυπίας, παραδείγματος χάρη η Σταχτοπούτα και το Μαγεμένο Βασιλόπουλο στο γνωστό το μύθο... και ο σαλτιμπάγκος χρόνος που τίποτα δεν μπορεί ν’ αναιρέσει την αδηφάγο έπαρση της παρουσίας του.

Γιατί τα σενάρια υπονοούμενων συμβολισμών είναι ευάλωτα στις κοινότητες της έμπνευσης  και αντηχούν απέραντα μέσα στους χρόνους,  από την πρώτη αυγή της ποίησης έως την τελευταία ηχώ της υστερόγραφης επιθυμίας... όπου «ο τρίποδας στημένος (θα) την καρτερεί» στο φόβο του άναυλου και φευγαλέου «κλικ», για την απομυθοποίησή της: «αχ, γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο άσχημο στόμα;»  «Για να μπορέσω να σε φάω καλύτερα».

Με τη σειρά του, αν και προτελευταίος,  ο φόβος του φευγαλέου «κλικ»,  που κι αυτός  επανέρχεται με παραλλαγές και μεταλλάξεις μέσα στο ποίημα, είναι βέβαια, «τρόπον τινά» και «λόγου χάρη», ηχητική εικόνα δανεισμένη από το «κλικ» της φωτογραφικής μηχανής, αλλά αίφνης και πιο μεστά μπορεί να σημαίνει την «πρόωρη εκσπερμάτωση απωθημένης επιθυμίας»  μ’ όλες τις μεταφορές στις οποίες παραπέμπει, που με τη σειρά τους δημιουργούν εικόνες και παρομοιώσεις  «κρυφού εφηβικού αυνανισμού»  που δεν ολοκληρώνεται την τελευταία στιγμή και αναλογικά, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, σαν ακροτελεύτιος μηχανισμός άμυνας (που είναι η ποίηση στις πιο εσωτερικές της εκφάνσεις), συμβολίζει αυτός ο φόβος, το κάθε τι που το απρόβλεπτα στιγμιαίο του υποσυνείδητα  μας ενοχλεί και μας επηρεάζει δραματικά.

Και πιο στιγμιαίο από την ευχή μέσα στο ποίημα δεν υπάρχει... αφού το φυσικό πεπρωμένο της στιγμής  είναι πεμπτουσία επιθυμίας...

Και το ακόμα πιο απωθημένο, όταν θα φτάνεις στις ίδιες αναγωγές από διαφορετικά στιχάκια μ’ άλλες αφορμές, από την άμιλλα, ευγενική ή μη, έτσι που η μοναδικότητα της εμπειρίας στην ποίηση να αναιρείται προς στιγμήν θυσιάζοντας  «ΣΤΑ ΕΓΚΑΤΑ ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΡΕΜΒΗΣ»  τις πιο «παιδικές» από τις καταπιεσμένες ποιητικές μας ενορμήσεις...

Υποθέσεις πολλές λοιπόν να κάνεις ψάχνοντας διαρκώς συμβολισμούς, που εσένα πιο πολύ θ’  αγγίζουν, ανατρέποντας τη στυγνή κι έξαλλη κυριολεξία της καθημερινότητας. Και σ’  αυτή τη διαδικασία, τη μαγικά προσωπική, ο ποιητής δεν έχει άλλο λόγο και να παρέμβει πλέον δεν μπορεί ούτε κι αν - επιλογικά σ’ αυτή τη  «ΧΟΗΦΟΡΟ ΠΕΖΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ» - (απο)τελειώσει αυτή την πρό(σ)κληση  με τον έσχατο και ξέφρενο  (γι’ αυτόν)  αυτοσαρκασμό   (ο τελευταίος σταθμός των συνειρμών στην ποίηση έχει «φτερά από σμάλτο και σιωπή αγαπημένη της σελήνης»):         

Μην παίζεις με τις λέξεις, τα προσανάμματα της μοναξιάς, μην φάσκεις κι αντιφάσκεις γι’ αυτόν τον ένα λόγο που θα είναι «νέμεση», «δόλος», «εγκώμιο πρηνηδόν», «μια αρκούδα καφέ», το θρόισμα της μαγεμένης πεταλούδας, «η στάχτη του ποιήματος που ρίχνεις στο κρασί σου για να μεθάς πολύ» και «η Γερακίνα»,  που με το γυναικείο πεπρωμένο της, θα κορφολογήσει, στο φασκιωμένο με λιλά και άσπρα χρυσάνθεμα κολοβό σου ποίημα, «τα ασαφή του όρια» διότι για τον ερασιτέχνη ποιητή...«μετ’ ευτελείας» 

ΠΑΣΑ ΠΟΙΗΣΙΣ ΤΑΦΟΣ :  η πασιέντζα της είναι η οικογενειακή κατάρα των ποιητών
πέρα βρέχει scrabble νοημάτων μονόλογων
το καταπέτασμα της εξουσίας στίχων
λαξευμένο σε άμεμπτο μάρμαρο
εξοστρακίζει Libido στην άκρη μεταξένιου στίχου
δεν έχουν σκιά οι ιδέες να ξαποστάσω
δεν έχει κρόσσια η βροχή να ξεχαστώ
δεν έχει δάχτυλα η σιωπή να την μετρήσω
στους κύκλους του ουρανού που θα διαβώ
χιονίζει χρυσηίδες στίχων



ΒΙΟΣ και ΠΟΛΙΤΕΙΑ στων ΠΟΙΗΤΩΝ το ΔΡΟΜΟ
Λοιπόν αυτός που γύρευα είμαι:
θαμώνας σε στίχων λυρικά ηλιοστάσια
απ’ το ένα στο άλλο Ποίημα περιδιαβάζοντας
ριπές μονοσύλλαβης ερημίας
(για τον προσεταιρισμό μαγικού ρεαλισμού λέξεων)

απ’ τα λόγια των Ποιητών φτάνεις πιο εύκολα
στον κήπο με τις αυταπάτες Οδυσσέα Ελύτη
μηδέν εις το πηλίκο υψικαμίνου σώματος
στίλβοντος Ανδρέα Εμπειρίκου,
χρυσή ανταύγεια ονείρου στα μαλλιά
σφαγμένης ερώτησης που δε λέει να σωπάσει  Έκτορα Κακναβάτου,
ημερολόγια καταστρώματος Σεφέρη φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι εύφλεκτο εγώ που ατένιζε μάννα εξ ουρανού Μίλτου Σαχτούρη
έως ότου ο κόλπος όλος ερευνηθεί
και μηδίσει το σγουρό εφηβαίο αείφυλλων γυναικών-

Έτσι, με σπασμένες αρτιότητες του Μέσα βίου Έξω
Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως Χλόης Θερμοκηπίου
ερήμην τελευταίου σώματος Κικής Δημουλά-
ψυχή μου διάτρητη, κύμβαλο άλλοθι στη ρότα άσφαιρου τοπίου,
«παλίντονος αρμονίη» Νάνου Βαλαωρίτη
σχέδια για το μέλλον του ουρανού Νίκου Καρούζου 
για την ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΗ ΤΡΕΛΗ ΡΟΔΙΑ, 
WWW.ποίηση το μοναδικό πράγμα στον κόσμο
που έχει αιτία.gr/Γιώργος Χειμωνάς@
επινοημένες σαρανταποδαρούσες λέξεις
σαν έτοιμες από ουρλιαχτό.com/Νίκος Εγγονόπουλος…
 Εδώ όμως  «ξαστοχούν γλυκά τον εαυτό τους» 
μικρές «χοηφόρες μεταφορές»,
 scrabble νοημάτων μονόλογων, 
περίακτοι συμβολισμοί οδοφράγματος σιωπής
που ονειρεύονται την ηχώ της μοναξιάς τους, 
ένας στίχος που είναι να βγει… 
απλή σκέψη του λέγοντος όνειρα του μη πραγματικού,
ροδόσταμο λάλον ύδωρ γενικής διαιρετικής ετερόπτωτων πόθων Ποίησης
που εξοστρακίζει λίμπιντο και, τελικά,  μια πολιτεία πασχαλίτσες
διψώντας την υπέρτατη γενίκευση της δυνατής κραυγής της,
που «Πάντα Ρει»  στα Όνειρα επιούσιας ομοιοκαταληξίας με δούρειο χρησμό-Λαιστρυγόνες Κύκλωπες, που κουβανώ on line στο P.C μου,
δοκιμές νάρκης στην εικονολογία  ΑΚΡΟΝ ΑΩΤΟΝ ΣΙΩΠΗΣ ΙΩΒΗΛΑΙΟΥ
 «που κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή της μοναξιάς».



ΙΩΒΗΛΑΙΟ ΡΕΜΒΗΣ ΧΡΥΣΗΙΔΩΝ ΣΙΩΠΗΣ
τόσα χρόνια μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια
γράφω και ξαναγράφω αυτόν το Φαύλο Δούρειο Στίχο
Λευκή και Απρόσιτη Παρομοίωση σαν την αμείλικτη σιωπή
στο αναφορικό φεγγαρόφωτο…
απλή σκέψη πτερόεντος λόγου άμεμπτων συμβολισμών

μα ένα παιδί ζωηρό, φανατικό για γράμματα
«α δεν μ’ αρέσει το τετράστιχο αυτό…»
φωνάζει μέσα μου

γράφω και ξαναγράφω αυτόν το Φαύλο Στίχο
Ομοιοκαταληξίες Χρυσηίδων Σιωπής
άνω σχώμεν ευσεβείς πόθους
όλο ανεβαίνοντας ακάλυπτους στίχους
κι όλο ξοδεύοντας μαγικές εικόνες ουρανό

πέρα βρέχει scrabble νοημάτων μονόλογων
το καταπέτασμα της εξουσίας στίχων
λαξευμένο σε άμεμπτο μάρμαρο
εξοστρακίζει Libido στην άκρη μεταξένιου στίχου
δεν έχουν σκιά οι ιδέες να ξαποστάσω
δεν έχει κρόσσια η βροχή να ξεχαστώ
δεν έχει δάχτυλα η σιωπή να την μετρήσω
στους κύκλους του ουρανού που θα διαβώ


έρμαιο επέκεινα λερναίας εμμονής
στην Άτροπο επιθυμία την πρεσβυτέρα των Ποιητών


[Τάσος Κάρτας, από ΜΗΧΑΝΗΣ περίακτοι συνειρμοί οδοφράγματος σιωπής: πλύνε βάλε λέξεις ν’ αποκρυσταλλώσεις όνειρα στο υπερώο το μεταφυσικό… Ατέλειωτο Ποίημα, Ανέκδοτη Συλλογή, Φαύλος Κύκλος πολύφημης (από)Στροφής]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου